User
αξω, ηγαγον - condurre
αιστησομαι, η(ι)σθομην - accorgersi
αμαρτησομαι, ημαρτον (ημαρτησα) - sbagliare
βαλω, εβαλον - gettare
μολουομαι, εμολον - andare
γενησομαι, εγενομην - diventare, essere
ευρησω, ευρον (ηυρον) - scoprire
εξω, εσχον - avere